Η μουσική σε μένα έρχεται ευκολότερα από τις λέξεις.

Η ακριβής ημέρα της γέννησής του μας είναι άγνωστη. Μοιάζει όμως να ήρθε στον κόσμο με έναν και μόνο σκοπό: να αλλάξει για πάντα τη μουσική. Aκριβώς, 245 χρόνια από τη βάφτιση του Λούντβιχ Βαν Μπετόβεν (17/12/1770) και οι μελωδίες του μας συγκλονίζουν.

Γεννήθηκε σε μια οικογένεια με παράδοση στη μουσική. Ο παππούς του υπήρξε ο γνωστότερος μουσικός της Βόνης και ο πατέρας του τενόρος. Αποδείχθηκε παιδί-θαύμα, έμαθε βιολί, διδάχτηκε από τον πατέρα του, με ιδιαίτερη αυστηρότητα και πήρα επιπλέον μαθήματα από επιφανείς μουσικής της πόλης. Με τη φιλοδοξία ότι θα αναγνωριστεί ως ισότιμο μουσικό ταλέντο με τον Μότσαρτ, ο πατέρας του διοργάνωσε το πρώτο δημόσιο ρεσιτάλ το 1778, με τον «6 ετών» γιο του στο πιάνο, παρόλο που ο Μπετόβεν έχει ήδη κλείσει τα 8. Στόχος του ήταν η πρώτη εμφάνιση του Λούτβιχ να συμπέσει χρονικά με την αντίστοιχη του Μότσαρτ, όταν σε ηλικία 6 ετών έπαιξε για την Μαρία Θηρεσία.

Στο σχολείο ήταν μέτριος κι ο ίδιος έλεγε συχνά: «Η μουσική σε μένα έρχεται ευκολότερα από τις λέξεις!». Στα 10 του, παράτησε το σχολείο κι αφιερώθηκε ολόψυχα στη μουσική.
12 ετών δημοσίευσε την πρώτη του σύνθεση και στα 14 του γίνεται δεκτός ως οργανοπαίκτης στην Αυλή. Αναγνωρίζοντας το ταλέντο του, η Αυλή τον έστειλε στη Βιέννη για να σπουδάσει στο πλευρό του Μότσαρτ, ο οποίος εκτίμησε από την πρώτη στιγμή το ταλέντο του.

Δυστυχώς, όμως λίγες εβδομάδες μετά την άφιξή του στη Βιέννη, έφτασε η είδηση πως η μητέρα του ασθενεί βαριά και αναγκάστηκε να επιστρέψει στην πόλη που γεννήθηκε. Ο θάνατός της τον σημάδεψε, όπως και οι αυστηρότατες παιδαγωγικές μέθοδοι που χρησιμοποιούσε ο πατέρας του για να τον προχωρήσει στη μουσική. Το πένθος για την μητέρα του τον έριξε για χρόνια σε μελαγχολία. Ωστόσο, η φήμη του ως μουσικού συνεχίζει να αυξάνεται.

Εκτός από τη δεξιοτεχνία του στο πιάνο, γρήγορα αναγνωρίστηκε και το ταλέντο του στη σύνθεση και τον αυτοσχεδιασμό.

Όταν ο Μπετόβεν, παρουσίασε την πρώτη του συμφωνία στο βασιλικό θέατρο της Βιέννης καταχειροκροτήθηκε. Οι κριτικοί είπαν πως πρόκειται για έναν από τους καλύτερους μουσουργούς της Ευρώπης, όμως ο ίδιος αργότερα λέει για τη συγκεκριμένη συμφωνία: «Εκείνο τον καιρό δεν ήξερα πώς να συνθέσω!»

Κάθε έργο του γινόταν επιτυχία! Γοητευμένος από τα κατορθώματα του Ναπολέων Βοναπάρτη γράφει προς την τιμήν του την «Ηρωική», ίσως το κορυφαίο συμφωνικό του έργο! Την ώρα όμως που έγραφε όλα αυτά τα αθάνατα έργα, πάλευε να αποκρύψει από όλους πως έχανε σταδιακά την ακοή του. Αγωνίζονταν να ακούσει ακόμα και τις λέξεις σε μια συζήτηση, κάτι που τον οδήγησε στην απομόνωση. Ο ίδιος εξομολογήθηκε σε επιστολή που έγραψε σε κάποιο φίλο του πως έχει πάψει να πηγαίνει σε κοινωνικές εκδηλώσεις, γιατί του είναι αδύνατον να ομολογήσει στον κόσμο ότι είναι κουφός».

Κι όμως, συνέχισε να συνθέτει με αμείωτο ρυθμό. Μέσα σε διάστημα 9 ετών συνθέτει έξι συμφωνίες, μία όπερα ( το Fidelio, την μοναδική όπερα που έγραψε ποτέ), τέσσερα σόλο κονσέρτα, έξι σονάτες, πέντε κουαρτέτα, επτά σονάτες για πιάνο και δεκάδες τραγούδια. Μπορεί να μας χάρισε όλα αυτά τα σπουδαία έργα, όμως η προσωπική του ζωή χαρακτηριζόταν από θλίψη και μοναξιά. Μετά το θάνατό του βρέθηκε ένα συγκλονιστικό και συνάμα τραγικό σημείωμά του που έγραφε «δεν είμαι ο κακόβουλος χαρακτήρας όπως πιστεύετε. Δεν είμαι μισάνθρωπος. Με αδικείτε γιατί δεν γνωρίζετε τον λόγο που με κάνει να φαίνομαι έτσι στα μάτια σας. Αν δεν ήταν η μουσική θα έδινα τέλος στη ζωή μου, όμως η τέχνη μου με κράτησε πίσω. Μου είναι αδύνατον να εγκαταλείψω τα εγκόσμια μέχρι να βγάλω από μέσα μου όσα νιώθω».

Η τελευταία του συμφωνία ολοκληρώθηκε το 1824, η ενάτη παραμένει το μεγαλύτερο έργο του κι ένα από πιο αναγνωρίσιμα θέματα όλων των εποχών.

Πέθανε στις 26 Μαρτίου του 1827, ενώ είχε καταφέρει να «ακούσει» και να χαρίσει στον κόσμο μας μουσική την ίδια στιγμή που ο δικός του κόσμος ήταν βυθισμένος στη σιωπή και χαρακτηριζόταν από απουσία ήχων…